βάλλω


βάλλω
бросаю

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "βάλλω" в других словарях:

  • βάλλω — throw pres subj act 1st sg βάλλω throw pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάλλω — βάλλω, έβαλα βλ. πίν. 146 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • βάλλω — (AM βάλλω) 1. ρίχνω, εκσφενδονίζω («ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τὸν λίθον βαλέτω») 2. βάλλομαι δέχομαι βολές, εχθρικά πυρά 3. τοποθετώ, βάζω 4. φρ. «βάλλω φωνή(ν)» φωνάζω, κραυγάζω αρχ. μσν. «βάλλω είς voῡv», «...κατά νοῡν», «...εἰς λογισμόν» βάζω στον… …   Dictionary of Greek

  • βάλλω — έβαλα, βλήθηκα 1. ρίχνω σφαίρα, πέτρα: Τα στρατεύματα έβαλλαν κατά του εχθρού. 2. εκτοξεύω κατηγορίες, μέμφομαι: Βάλλει εναντίον μου για προσωπικούς λόγους. 3. βάζω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βάλλετον — βάλλω throw pres imperat act 2nd dual βάλλω throw pres ind act 3rd dual βάλλω throw pres ind act 2nd dual βάλλω throw imperf ind act 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάλλον — βάλλω throw pres part act masc voc sg βάλλω throw pres part act neut nom/voc/acc sg βάλλω throw imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) βάλλω throw imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάλῃ — βάλλω throw aor subj mp 2nd sg βάλλω throw aor subj act 3rd sg βά̱λῃ , βάλλω throw aor subj mid 2nd sg (doric) βά̱λῃ , βάλλω throw aor subj act 3rd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλοῦσι — βάλλω throw aor part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) βάλλω throw fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) βάλλω throw fut ind act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλοῦσιν — βάλλω throw aor part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) βάλλω throw fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) βάλλω throw fut ind act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεβλημένα — βάλλω throw perf part mp neut nom/voc/acc pl (epic) βεβλημένᾱ , βάλλω throw perf part mp fem nom/voc/acc dual (epic) βεβλημένᾱ , βάλλω throw perf part mp fem nom/voc sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάλετε — βάλλω throw aor imperat act 2nd pl βά̱λετε , βάλλω throw aor subj act 2nd pl (epic doric) βάλλω throw aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)